Muddy Water

Dedicated to my friend with the angelic smile…

 

It was a night full of stars and calmness, past midnight. The chill was already piercing my bones. And yet, it was beautiful because it was calm, and my soul was at rest… I was alone, quite alone at the estuary of the Axiós, wrapped up like a shepherdess – I waited, grew cold, and thought.

I was waiting for the little fire to be lit on the hidden boat so that the dinghy could set out to begin unloading the cargo. A pound of oil for a pound of grain. A blessed little crust of bread was then like honey. It was ’42. I was not thinking of the crime I was committing, because when one’s survival and one’s conscience happen to meet, the former always wins out. In any case, the task was not an easy one. You needed balls and … strong blood for ‘parasitic’ spots when sticking your neck out like that. The customs officials were in no mood to joke when they met you, and could not agree on their share of the profit. Then, you’d rot in the muddy waters of the swamp as the kingfishers whined above your head.

Ι thought of the beggar of Karkavítsas, Glaréndza, Grigóri of Koulakiá, of Captain Agrás. I was happy also to be living the kind of live I’d read about in books. I had an imagination then. And innocence.

Suddenly, something flashed in the depths, and went out again – it lit up again – it went out again – a whistling could be heard, dull and creeping like a snake. And we all got into place. Five or six peasants of tormented, lanky appearance, dull in the light of dawn.

The dinghy could scarcely be distinguished from the water, loaded down as it was sacks. Reeds would snap when the pole sank in the mud and came back up. Wild ducks were flying out of the water, and fleeing in their swift, striking darts.

The boat was discernable as a dark mass before us. When we arrived above it, the guards were waiting, stern faced, with their rifles loaded, vigilant, for their cut of the profit. All passed off in orderly fashion, and swiftly we began the return journey. One by one, the stars were vanishing, and my companions’ faces were all the while growing paler.

The candle-lighter of the sky performed his task, the candle-lighter of the legend, an old man with his long, white beard, who came down and took the poor little boy from earth when the frost had fallen. I don’t know how I later recalled the little butterfly which my brother burned in the lamp, and I cried and cried while he guffawed all the while with my friends.

Suddenly, someone stirred. The dinghy went so low that it took on water. When I found myself in the water, I called out more from shock than from fear. From the boat, there was some movement; it was preparing to stop, but gunfire cut short the attempt.

Leave him!” someone shouted. The dinghy turned to the left, and hid among the reeds.

Muddy water filled my mouth as I went to cry out. And yet I was not afraid; my hair simply on end when the water touched my body.

I only just managed to spread out my arms; just a couple of strokes, and fear came upon me like a wild typhoon. Despair took hold of me… And the strange thing is that I remembered that when I had fallen as a little child of seven or eight years I said, in tears, ‘Pick me up, Mama!’, and as a consequence I repeated that ‘Pick me up!’ now.

I felt something like faintness, and my feet touched dry land. I wasn’t surprised, the river is two feet deep in the middle, while further out, it is more than the height of two men. When I reached the bank, I was weeping from cold, loneliness, bitterness, fear. A noise made me lie down among the reeds. The motor-boat, full of Italians and weapons, passed by.

I walked along the bank again to find the cargo. I stopped and whistled the signal, as I’d heard. A noise was heard, and the dinghy appeared, pulled along by three or four men, up to their waists in water. When they saw me, none of them said a word, nor did I let out a breath. I unloaded what we had received, I hid them among the shrubs, and I waited… A whistle I recognized was heard, and the trailer appeared to be loaded.

Over beyond Hortiátis, the light of the dawn was trembling like a little lamp conserving its oil. The sun was about to come out when the trailer, squeaking, turned back to the field. Tsélios the horseman struck up the monotonous partisan song of Dayitbalkanáte…

Something stirred within me: it was my innocence forsaking me.

Λπσπονέριa

χ·:ρισμένο στο @ί3ο με το α;ςὅ£Πικ6 χαμὁὅε1ο_..

Ητανε μια νύχταὅεμάτη αστέρια και ησυχία. περασμένα μεσάνυχτα.

Ηδη το αὅιάζι περούνιαζε τα κόκκαῆα. Ομως ήταν όμορφα ὅιατί είχε ὅαπἡνη

και ηρεμούσε η ῳυ;ςΙ1.Δ Βρισκὁμου·σ χιόνος, κατἀμονος στις εκβοῇές του

Αξιού, κουκουῆιμμένος τη βῆάχα – περίμενα, κρύιυνα και συῆῆοδιόμουν.

Περίμενα ν’ ανάῳει το ῷΙΠἘάΚ1 τοι; Ηαθροκἀἰκου δια να ξεκινήσει η

μπῇάβα δια το ξεῷόρτωμα. Λάδι δια στάρι οκά κι οκά. Μἑῆι το ευῆοὅημένο

ψωμάκι τότε. Ητανε το 42. Συῆῆοὅιόμουν όχι τη βρι;1μιά που έκανα, διατί

σαν τι3Χη και απαντηεΙοι3·αε η επιβίωσιχ και. η συνεί8ησ11 πάντα νικἀει η

πρώτη. Εἔ άῇῇου και η 8ουΗειἀ_ δεν ήταν Ξύκοῖἱη. Επρεπε νάχεις κότσια και

. αίμα δια τα ‘πΠασμὡδια” Χώρια στο κεῷάπι σου στο ντουρβά. Οι

τεῆωνοῷὐῆακες δεν Χ1πρατεὑανε σαν τύχαινε και δεν συμῷωνούσαν στο

χιερτικὁ. Και τότε, θα σάπιζες μεσ’ τα Βασπονέρια του βάΠτου_ κα8ὡς θα

νιαοὐριζαν τα ῳαροπούῆια από πἀνιυ σου.

ΣυΠΒοὅιόμοι1ν το ζητι.τἰνο του Καρκαβίτσα, την Γῆαρέντζα, τον

Γρηὅὁρη της Κουῆακιάς, τον καπεταν Αὶςρα. Είμουνα ευτυχισμένος που και

δω ζούσα ζωή καταπὡς την είχα διαβάσει σε βιβῇία. Είχα φαντασία τότες.

Και αὶςνὁτητα.

Ξάφνου κάτι έπαχιῳε στο βάθος και πάϊιι έσβησε -ξανάναῳε-

ξανάσβησε- ένα σῷὐριὅμα ακούστηκε μουντό και συρτό σα ῷείδι. Και όποι

βρεθήκαμε στις θέσεις ιιας. Πέντε-έξι Ρυριἀτες με τυραὅνισμένες

ξερακιανὲς φάτσες θαμπές μεσ’ το ῷέδὅος της αυδἡς.

Η μπῆάβα μόῆις ξεχώριζε απ’ το ·αερὁ καθώς ήτανε φορτωμένη με τα

σακκιά. Καλάμια σποἰςανε όταν το Κοντάρι βυθιζὁτανε στη Πάσπη και πάῆι

έβὅαινε. Αὅριόπαπιες ξεπετἀὅονταν και έῷευὅαν με το ὅρἡὅορο χτυπητὁ

τους τίναδμα.

Μαύρος όὅκος το καραβι ΕεΧ·_ἐιρτσε μπροστα μας. Σαν φτασαμε απανω

βποσυροί οι ῷύῆακες με τις αραβίδες ὅεματες περίμεναν άδραπνα το

μερτικό τους. Οπα κίνηκαν με ταξι και ὅρήὅορα πήραμε το Βρομο του

ὅυρισμοὑ. Τα αστέρια σβἡναν ένα- ένα και οι φαὰτἑς των συντρόφων μου

όῆο και τςῖὶιυμιαςαν.

Εκανε την δουπεια του ο καντηπαναφτης του ουρανού, 0

καντηπαναῷτης του παραμυθιού, δέρος με την μακρια ασπρη ὅενιαδα που

κατέβηκε και πήρε το φταιχό παι.δακι απ’ τη δη όταν είχε πέσει η παδωνιά.

Δεν ἔέρω πως Βυμήθττκα κατὁπ·..ν την πεταπουδίτσα που έκαψε ο αδεῆφὁς

μου στην Παμπα και εδώ έκῆατὅα-ὲκῆατὅα ενώ αυτός όπο και χαχανιςε με

τσιπς δι.κοι3€ μοιι

-Καποιος απότομα κσυνἡ8ι1κε. Η μππαβα ἑὅυρε όσο που πήρε νερὁσ

Οταν βρὲ8ηκα στο νερό, ξΞῷὡΨΙ10Π πιότερο από το Εαφντασμα παρα από

ῷόβοσ Απ’ τη βάρκα εδινε καποια κίνηση πήὅε να σταματήσει μα

πυροβοπισμός την αντίκοῳε.

‘Αστονε φώναξε καποιος. Η μπαβα ὶςύριζε ζερβά και χώθηκε μέσ’ τα

καῆαμια_

Λασπὁνερα Χιπθήκανε στο σ·τόμα μου καθώς πήδα να ωναἔω. Ομως

δεν φοβήθηκα ττόνο ανατρ·ῖΧ·.αζα ότιτν το νερό έφτασε στο σώμα μου.

Ινἱὁπις κατόρ8ωσα ·¦=α απΠὡσι.; τα Χέρια μου, μια-δυο απῖιωσιες και 0

4; ὁβος μπήκε μέσα μου σαν· αὅριος σέφουνας. Απεππισία μ’ έπιασεσ.. και το

περίερὅο 8υμή8ηκα Εαφνου όταν ετιεῷτα σαν ήμουν επτα οκτώ χρονὡ

παιδακι που κπαἰὅοντας έπεὅα “χυσἡ μου μαμακα” αι επαναπαμβανα αυτό το

“Χτ1σή” μου εἔακοῆουθηττκασ

Κάτι σαν Βίδωμα ένιωσα κατ τα πόδια συνάντησαν Εέρτἑ Βεν

εανιάστηκα, ο ποταμός τάχε απτά τα παράεενα Βυο πόδια βα8ος καταμεσίς

του ενώ παραπέρα ξεπερνούσε τ:α δυο μπόκτα._Σαν εῷτασα σην όΧ8η

κῆαίὅσντας από κρύο μοναξια, από πικριῖα, από φόβο. Θόρυβος μ’ έκανε να

Ηουφαξω μεσ’ ττς καπαμιές. _Η βενςινακατος πέρασε ὅεματη Ιταπούς με όππα.

Πηρα παπι τρέχοντας· τον ὁχ8ο ναβριυ το φόρτωτια. Σταμάτησα και

σφύρτξα συνθηματτκα καταπιϋς εί:¦;·τ ακούσει. Ακούστηκε θόρυβος και η

ππαβα κα8ὡς την εσερναν τρεις-τέσσερεις Χωμενοι ως τη μεση στο νερό.

Σαν με είδαν κανείς τους δεν τιίΗ11<τε ούτε και δώ εβκαπα άχνατ Ξεφὁρτωσα

τα δοχεία ταχωσα μεσ’ τους θάμνους και περίμενα..Δ Γνὡρτμο σῷύριδμα

ακούστηκε και η νταπίκα φανηκε κια φόρτωμα.

Πέρα κατα τον Χορτιάτη 0 Αυκερινός τρεμὁσβηνε σαν καντηῖιακτ που

σώθηκε το Παδτ του. Κόντευε να βκει 0 ήπιος σαν η νταπίκα τρίζσντας

ὶςύρισε κατα το ΚάμΠ0Δ Τσὲπι.ος ο αῇοκαρης πήρε το μονότονο κομιτατςίδτκο

τρακοὐδτ του ΝταἰτμπαΠκανατε.,.

Μέσα μου κατι ανα8ευότανε.ι]ταν η ακνότητα που μ’ άφηνε

Νίκος Πεῦταῦττάκης, θεσσαπονίκιμ Νοέμβριος 1949

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.